10/29/2013

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ?
















Ανοίγω τα μάτια.
Τα πάντα γύρω μου σκοτεινά.
Λογικό.
Έχω ν' ανοίξω τα πατζούρια πέντε μήνες και δεκαεφτά μέρες.

Το ξέρω.
Τις μετράω κάθε μέρα.
Εξάλλου δεν έχω και πολλά να κάνω σ' αυτό το σκοτεινό δωμάτιο.

Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος κι ο μεγαλύτερος εχθρός μου.
Άλλοτε τον έχω ανάγκη. Για να τον μετράω. Για να απασχολώ το θολωμένο μου μυαλό.
Κι άλλοτε με πνίγει έτσι αργά, έτσι βασανιστικά όπως σέρνεται.
Είναι αλήθεια πως η δυστυχία επιβραδύνει το χρόνο. Επικίνδυνα.
Η ευτυχία πάλι, σκέφτομαι, τον επιταχύνει.
Επικίνδυνα.
Η λέξη ''ευτυχία'' τρύπωσε στο μυαλό μου  και νιώθω ένα σφίξιμο.
Πόσο καιρό έχω άραγε να αισθανθώ ευτυχία;
Πόσο..;

Ξέρω.
Πέντε μήνες και δεκαεφτά μέρες.
Πέντε μήνες και δεκαεφτά μέρες στα σκοτάδια. Στην απομόνωση.
Στη μιζέρια.
Στο τίποτα.

Πως πέρασε τόσος καιρός στο τίποτα ;
Τι έκανα όλον αυτό τον καιρό ;

Ξέρω.

Κοιτούσα το ταβάνι.
Μετρούσα τις ρωγμές.
Έχανα το μέτρημα, πότε επίτηδες, πότε όχι. και το ξανάπιανα.

Κι όταν με κούραζε αυτό το ανούσιο παιχνιδι με το ταβάνι, μιλούσα.
Μέσα μου.
Γιατί φωναχτά έχω ξεχάσει να μιλάω.
Έχω να μιλήσω σε άνθρωπο από τότε που πήρα την απόφαση.
Την απόφαση να φτιάξω τούτο το σάπιο δωμάτιο την προσωπική μου φυλακή.
Στην οποία κλείστηκα ηθελημένα.
Ήταν όντως ηθελημένα??
Ή μήπως δεν μπορείς να έχεις τον έλεγχο του εαυτού σου σε τέτοιες περιστάσεις ;

Σκέφτομαι ξαφνικά πόσο καιρό έχω να βγω από το σπίτι για άλλο λόγο πέρα από το να αγοράσω φαγητό ;
Πέντε μήνες και δεκαεφτά μέρες.

Σκέφτομαι πόσο καιρό έχω να πλυθώ.
Ούτε που ξέρω πια.
Η δυστυχία δεν μυρίζει όμορφα.
Η δυστυχία βρωμάει σαν πτώμα σε αποσύνθεση.
Έτσι πρέπει.
Έτσι είναι.

Κι έπειτα σκέφτομαι πόσο καιρό έχω να κλάψω.
Δεν μπορώ. Δεν μπορώ να θυμηθώ.

Και τώρα θέλω  όσο τίποτα να κλάψω.
Και δεν μπορώ.
Πως γίνεται να θέλεις να κλάψεις και να μην μπορείς ;

Ξέρω.
Η απάθεια είναι ύπουλη.
Η συνήθεια είναι ύπουλη.
Κι όταν οι δυο τους γίνουν ένα μεταμορφώνονται σε  όπλο επικίνδυνο.
Που ρίχνει σφαίρες αδιάκοπα.
Αλλά δεν βρίσκεται εκεί ο πόνος.

Ο πόνος είναι πως δεν σε αφήνει να πονέσεις.

Απάθεια.
''Είμαι δυστυχισμένη. Είμαι μίζερη. Είμαι ένα τίποτα. Είμαι άχρηστη. Είμαι λίγη''
''Κι όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι αυτό. Τίποτα. Τίποτα.''

Κενό.
''Είμαι άδεια. Άδεια.''
''Κι όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να γεμίσω το κενό μέσα μου.''

Τέλμα.
''Δεν αξίζω να ζω. Θέλω να πεθάνω.''
''Κι όμως είμαι δειλή. Κάθε μου απόπειρα και μια αποτυχημένη απόδραση μου προς το θάνατο.''

Το μυαλό μου έχει θολώσει. Και δίνει έτσι την καλύτερη ευκαιρία σε μνήμες απρόσκλητες να το κατακλύσουν.


[ Μια κοπέλα. Σχεδόν λιπόθυμη. Ένα αυτοκίνητο στην ερημιά. Και τέσσερις άντρες.

Μάτια αχόρταγα. Αγγίγματα αισχρά. Και βία. Ατελείωτη βία. Στο σώμα. Στην ψυχή....
Δάκρυα. Ατέλειωτα δάκρυα. Σπαραχτικές κραυγές.  
'' Γιατί; Γιατί; Τι σας έκανα; Γιατί....;''
Ένα ατέρμονο, ανελέητο γιατί. Σκέψεις παράφορες.
''Θα σας σκοτώσω. Ορκίζομαι. Θα σας σκοτώσω.'' ]

Τίποτα δεν τέλειωσε.

Όλα είναι ακόμα εδώ. Μπροστά στα μάτια μου.
Τίποτα δεν τέλειωσε. 
Τίποτα.

Ανασηκώνομαι.
Ανοίγω το φωτιστικό πάνω στο όποιο έχω ρίξει ένα σεντόνι για να ρίχνει ελάχιστο φως στο δωμάτιο όταν το χρειάζομαι.

Δεν το αντέχουν τα μάτια μου το φως.
Το ξέχασαν.
Το φοβούνται.
Στ' αλήθεια πονάνε τα μάτια μου στο φως.
Στο σκοτάδι νιώθω ασφαλής.
Το φως κρύβει κίνδυνο. Κρύβει ζωή.
Κι εγώ τη φοβάμαι τη ζωή.
Τη ζωή μου φοβάμαι...

Κοιτάζω στον απέναντι τοίχο τους κρεμασμένους πίνακες που είναι καλυμμένοι κι αυτοί με  λευκά σεντόνια.
Εγώ τους είχα ζωγραφίσει κάποτε…
Κάποτε.
Τότε ήμουν καλά.
Τότε...
Δεν θέλω άλλο να θυμάμαι γι' αυτό τους κάλυψα.
Μια ένδειξη ζωής μέσα στο φέρετρο μου θα έμοιαζε η μεγαλύτερη παραφωνία.

Και τους καθρέφτες κάλυψα.
Δεν θέλω να βλέπω το ξερακιανό, άθλιο είδωλό μου.
Έτσι κι αλλιώς οι νεκροί δεν κοιτάζονται σε καθρέφτες, έτσι δεν είναι ;
Κι εγώ είμαι ήδη νεκρή.

Κοιτάζω το ρολόι.
Ο χρόνος είναι εχθρός αυτή τη στιγμή.
Με περιπαίζει.
Ενώ το 'χει ξεκαθαρίσει από πάντοτε ότι θα προχωράει, τώρα στέκεται ακίνητος και μου γελάει ειρωνικά.
‘’Δεν την αντέχω την ειρωνεία σου. Δεν αντέχω άλλο.''

Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά.
Οι σφυγμοί μου ανεβαίνουν.

Σηκώνομαι με ένταση που δεν πίστευα πλέον ότι έχω.
Σκίζω τα τριμμένα ρούχα μου που καλύπτουν το σώμα μου όλους αυτούς τους μήνες.
Με μανία τα σκίζω.
Σαν θηρίο που θέλει να κατασπαράξει τα πάντα.
Σκίζω τα σεντόνια που καλύπτουν τους πίνακες.
Σαν λυσσασμένη.

Κοιτάζω τον αγαπημένο μου πίνακα.
Θάλασσα. Καθαρός ουρανός. Ένας τεράστιος λαμπερός ήλιος.

Τέτοιο ήλιο θα έχει και σήμερα.
Είμαι σίγουρη.

Πρέπει να το δω με τα μάτια μου.
Δεν ξέρω γιατί αλλά μια παράξενη φωνή μέσα μου ψιθυρίζει πως πρέπει.
Πως απλά πρέπει.

Όμως είναι ο φόβος.

Φοβάμαι.
Φοβάμαι.

Ουρλιάζω.
Με όλη μου τη δύναμη.
Βγάζω όλη τη φωνή που κράτησα μέσα μου όλον αυτό τον καιρό.
Ουρλιάζω.
Σπαραχτικά. Με πόνο, με θυμό, με λύσσα.
Με μίσος.
Με μίσος για όλους.
Και για όλα.
Με μίσος για μένα.

Τα νύχια μου μπήγονται με δύναμη στο στήθος μου.
Κοιτάζω τα χέρια μου.
Αίμα.
Ερεθίζομαι.
Το γλύφω αχόρταγα.
Και είναι ότι πιο υπέροχο έχω γευτεί.

Γιατί επιτέλους νιώθω ζωντανή.

Αισθάνομαι υγρή.
Και δάκρυα τρέχουν στα μάτια μου.
Ατελείωτα δάκρυα.

Κι έπειτα ξεσπάω σ' ένα απροσδιόριστο, υστερικό γέλιο.
Τόσο ανεξέλεγκτο που στο τέλος πονάω αφόρητα και πέφτω στο πάτωμα εξαντλημένη.

Ο πόνος όμως είναι λύτρωση.

Κι εγώ επιτέλους, ναι, επιτέλους, πονάω.

Μα ξεχάστηκα.
Πρέπει να δω τον ήλιο.
Πρέπει.
Πρέπει.

Σηκώνομαι αργά.
Δεν γελάω πια.
Ούτε και κλαίω.
Πρέπει να έχω την απαιτούμενη σοβαρότητα γι’ αυτό που ετοιμάζομαι να κάνω.
Αγγίζω τα παντζούρια και ανατριχιάζω ολόκληρη, λες και ακουμπάω πάνω σε αντρικό σώμα μετά από χρόνια στέρησης. Λες και πλησιάζει ένας δυνατός οργασμός.
Πέντε μήνες και δεκαεφτά μέρες.
Πέντε μήνες και δεκαεφτά μέρες.

Ανοίγω με δύναμη.

Το φως πέφτει πάνω μου σαν κεραυνός.
Αλλά δεν κλείνω τα μάτια μου.
Πρέπει, πρέπει να το νιώσω ανελέητα πάνω μου, να διαπεράσει κάθε κομμάτι της βασανισμένης ύπαρξης μου.
Να με διαλύσει.

Ηδονή.
Η απόλυτη  ηδονή.
Είναι η δόση που παίρνει ο ναρκομανής μετά από μήνες στέρησης.
Όχι, είναι πάνω από αυτό.
Είναι το ξύπνημα μετά από κώμα που κράτησε καιρό.
Όχι, όχι.
Είναι η επιστροφή στη ζωή μετά το θάνατο.
Είναι, είναι…
Είναι από τις αισθήσεις που οι λέξεις καταλήγουν τόσο μικρές, τόσο λίγες για να περιγράψουν.

Κοιτάζω τον ήλιο.
Και ξέρω.
Πως θέλω μόνο ένα πράγμα.
Σήμερα να είναι η μέρα που θα βγω από τη φυλακή μου.
Που θα διαλύσω τα δεσμά που μόνη μου έφτιαξα.
Θέλω.

Κοιτάζω τον ήλιο.


''Ίσως αύριο.''



Δεν υπάρχουν σχόλια: