1/05/2014

Παιρνω την τελευταια τζουρα απο το τσιγαρο μου.
Το σβηνω.
Το βλεμμα μου εστιαζει στο τασακι που εχει ξεχειλισει απο τις γοπες.
Κι αμεσως πεφτει στα δυο αδεια πακετα και στο τριτο, στο οποιο εχουν απομεινει τρια τσιγαρα.
Τρια πακετα εφυγαν σαν καπνος απο τις 12.
Και ο δεικτης του ρολογιου δεν εχει αγγιξει ακομα την τεταρτη πρωινη ωρα.
Κοιταζω το μισοτελειωμενο μπουκαλι κρασι. Και το αλλο, το αδειο μεχρι τελευταιας σταγονας. Τα τρια αδεια μπουκαλια μπυρας.
Ολα αυτα σε λιγοτερο απο τεσσερις ωρες.

Παραξενο βραδυ αποψε.
Συγκεχυμενες σκεψεις.
Σκεψεις που δεν μπορουν να μετατραπουν σε ολοκληρωμενους συλλογισμους, σε συμπερασματα και σε αποφασεις.
Σκεψεις που εκτροχιαζονται και οδηγουν σε μονοπατια σκοτεινα του μυαλου μου.
Και επικινδυνα.
Ενας ειρμος ακαταληπτος απο διασπαρτες ασυνδετες εικονες και εσωτερικες φωνες και αναδυομενα κομματια του υποσυνειδητου.
Ασυνδετες εικονες.
Κι ομως καπως, καπως πρεπει να συνδεονται.
Τιποτα δεν ειναι τυχαιο.
Τιποτα.
Αυτο το ξερω.
Οσα εχω στο θολωμενο μου μυαλο με καποιο απροσδιοριστο τροπο πρεπει να συνδεονται. Να βγαζουν νοημα.
Κι ομως εγω δεν μπορω να βρω το νοημα.
Ειναι σαν να ψαχνεις να βρεις κατι σε ενα χωρο διχως ορια και μεσα σε πυκνο σκοταδι.
Δεν μπορω.

Μεσα στις ατελειωτες διαδρομες του μυαλου μου υπαρχει ενα μεγεθος σταθερο.
Υπαρχει σε ολες τις διαδρομες, σε καθε γωνια του συνειδητου και του υποσυνειδητου, σε καθε μικρο κομματι του μυαλου μου.
Εκεινη.
Ναι, εκεινη.
Υπαρχει.

Αναβω ακομη ενα τσιγαρο.
Ρουφαω τζουρες σε γρηγορο ρυθμο.
Αχορταγα.
Το σβηνω χωρις να εχω καπνισει ουτε το μισο.
Κοιταζω για μια ακομη φορα τις γοπες στο τασακι, τα αδεια πακετα, τα αδεια μπουκαλια.
Με την ιδια ακριβως σειρα.
Κλεινω τα ματια.
Και πεταγομαι ορθιος.
Ξαφνικα.
Φταιει αυτη η καταραμμενη σκεψη που μολις περασε στο μυαλο μου.
Φταιει αυτη η καταραμμενη σκεψη που το γεμισε, που δεν αφηνει πια περιθωριο για αλλες.
Σαν μια μικρη φραση που επαναλαμβανεις μηχανικα, ακαταπαυστα.
Τοσο που σε γεμιζει ολοκληρο, που σβηνει καθε τι αλλο μεσα σου.
Τοσο που δεν εστιαζεις πια στην ιδια τη φραση αλλη στην επαναληψη της.
Ετσι κι αυτη η σκεψη.
Δεν μπορω να εστιασω στην ιδια τη σκεψη.
Μ εχει κατακλυσει η ενταση της, η επιμονη της να μεινει.
Η δυναμη της να απλωνεται μεσα μου και να με αδειαζει απο καθετι αλλο.
Η δυναμη της να υπαρχει μοναχα αυτη.
Αυτη και εκεινη.
Εκεινη ειναι το αντικειμενο της σκεψης μου.

Περπαταω αργα  προς την πορτα του δωματιου.
Το βλεμμα μου πεφτει επανω στη μορφη μου.
Στον καθρεφτη.
Κοιταζομαι.
Κι ειναι σαν να βλεπω καποιον αλλο.
Δεν ειναι η κουραση στα ματια μου, το κοκκινο στα ματια μου ή το θολωμενο απο τον καπνο και το αλκοολ βλεμμα μου.
Ειναι κατι αλλο.
Κατι απροσδιοριστο.
Κατι μικρο κι ομως τοσο μεγαλο που απλα μια υποψια του βλεπω στο προσωπο μου.
Ειναι η υποψια ενος αχνου , σχεδον ανυπαρκτου χαμογελου.
Ενα χαμογελο παραξενο, πρωτογνωρο.
Δεν εχω ξαναδει τετοιο χαμογελο.
Ουτε στο προσωπο μου ουτε και σε αλλο προσωπο.
Η σχεδον ανυπαρξια του σε συναρτηση με την ενταση του δημιουργουν μια αντιφατικοτητα απιστευτη.
Ειναι ενα χαμογελο που αντιστοιχει πληρως στη σκεψη μου.
Ναι. Ναι.
Η αντιστοιχια τους ειναι πραγματι ανυποφορα απολυτη.
Κι αυτο με τρομαζει.
Με τρομαζει οτι μια τετοια σκεψη θα μπορουσε να ταιριαζει τοσο τελεια με ενα χαμογελο.
Εστω με ενα χαμογελο σαν κι αυτο.
Που μονο καλοσυνη ή ευτυχια δεν εκφραζει.

Βαζω το χερι μου στο χερουλι. Παγωμενο.
Ανοιγω την πορτα σιγα. Οσο πιο σιγα γινεται.

Την βλεπω.
Ενα μικρο θαυμα.
Ενα θαυμα τοσο ομορφο μεσα στο γλυκο του υπνο.
Ειναι σιγουρα γλυκος.
Φαινεται στο προσωπο της. Τοσο ηρεμο, τοσο γαληνιο. Χωρις ιχνος ριτιδας εκφρασης.
Φαινεται στα χερια της. Απαλα ακουμπισμενα στο στηθος της. Σαν αερινα.

Την πλησιαζω.
Αργα.
Ησυχα.
Οσο πιο ησυχα γινεται.
Το αρωμα της με κατακλυζει.
Αυτο το αρωμα.
Θα μπορουσα να το ξεχωρισω μεσα σε εκατομμυρια μυρωδιες.
Δεν ειναι αρωμα τεχνητο.
Ειναι το δικο της αρωμα.
Το αρωμα του κορμιου της.
Των μαλλιων της.
Το αρωμα της.

Νιωθω σαν μαστουρωμενος.
Εκεινη με μαστουρωνει.
Η εικονα της και αυτη η διακριτικη, υπεροχη μυρωδια της.

Την κοιταζω.
Ποσο ομορφη ειναι.
Ποσο ομορφη.
Τα γεματα χειλη της ελαφρως ανοιγμενα της δινουν μια απιστευτη αισθηση.
Το δερμα της.
Λευκο. Λειο.
Τοσο αψεγαδιαστο το προσωπο της.
Οι ωμοι της λεπτοι.
Ο μακρυς λαιμος της.
Τοσο υπεροχος.
Τα δαχτυλα της.
Τα πιο ομορφα δαχτυλα που εχουν δει τα ματια μου.
Και το στηθος της.
Μικρο και αισθησιακο.
Και τα μαλλια της.
Καταληγουν σε υπεροχες σκουρες μπουκλες στο στηθος της.

Μια μπουκλα πεφτει γλυκα στο προσωπο της.
Την αγγιζω και απαλα την κανω στην ακρη.
Εκεινη στο αγγιγμα μου εμφανιζει ενα αχνο χαμογελο.
Δεν την ξυπνησα.
Ακομα κοιμαται.
Κι ομως νιωθει το άγγιγμα μου.
Το αισθανεται μεσα στον υπνο της.
Και χαμογελα.

''Ποσο ομορφη εισαι, αγαπη μου.
Εισαι ενα μικρο θαυμα.''


Την κοιταζω και την αγαπαω.
Οσο δεν αγαπησα ποτε  ανθρωπο.
Οσο δεν αγαπησα ποτε τον εαυτο μου.

''Ναι γλυκια μου.
Εσενα σ αγαπαω πιο πολυ απ οτι τον ιδιο μου τον εαυτο.
Σ αγαπαω τοσο πολυ που δεν αντεχεται.
Στ' αληθεια δεν το αντεχω να σε αγαπαω τοσο παραφορα.''


Την κοιταζω και νιωθω ερεθισμενος.
Την κοιταζω και την θελω.
Τωρα την θελω.
Θελω να ειναι δικη μου.
Τωρα να ειναι δικη μου.


Ξεκουμπωνω το τζιν μου.
Κι επειτα ανασηκωνω απαλα το λεπτο νυχτικο της.

Την κοιταζω.
Κι αμεσως η σκεψη που οση ωρα την περιεργαζομουν ειχε μεινει σε μια γωνια του μυαλου μου, επανερχεται στο προσκηνιο.
Και με κατακλυζει ξανα.
Και αυτη τη στιγμη δεν υπαρχει τιποτ αλλο.
Μονο αυτη η σκεψη.
Δεν υπαρχει εκεινη.
Δεν υπαρχω εγω.
Μονο η σκεψη.
Μονο η σκεψη.
Μοναχα η σκεψη που επιμενει να ξεφυγει απο τον εσωτερικο μου κοσμο και να παρει μορφη στον εξωτερικο κοσμο.
Να εχει σαρκα και οστα.


Παιρνω το μαξιλαρι που βρισκεται διπλα της και το τοποθετω μαλακα επανω στο προσωπο της.
Ειναι ακομα κοιμισμενη, δεν μπορει να νιωσει την ελαφρια αυτη πιεση.
Με το ελευθερο χερι μου παραμεριζω το εσωρουχο της.

Πιεζω με δυναμη το μαξιλαρι στο προσωπο της.
Και μπαινω βιαια μεσα της.

Η κραυγη της χανεται.
Δεν βγαινει απο μεσα της.
Αλλα εχω στο μυαλο μου την αφηρημενη αισθηση της εντασης που θα ειχε αυτη η κραυγη.
Μια κραυγη που θα εβγαζα πληθος συναισθηματων.
Ξαφνιασμα. Πονο.
Απελπισια.
Απογνωση.

Τρανταζεται ολοκληρη.
Κουναει τα χερια της και προσπαθει να με αγγιξει.
Επειτα τα ακουμπαει πανω στο μαξιλαρι και προσπαθει να το τραβηξει.
Της πιανω και τα δυο χερια με το ελευθερο χερι μου και τα σφίγγω πανω στο στηθος της ωστε να μην μπορει να αντισταθει.

Την νιωθω να σπαρταραει.
Να τρεμει.
Ερεθιζομαι.
Νιωθω τους λυγμους της που με τα βιας ακογονται.
Ερεθιζομαι.
Δεν εχω ξανανιωσει τοσο ερεθισμενος στη ζωη μου.

Σε λιγο αρχιζει να τρανταζεται ακομα πιο εντονα.
Εχει σπασμους.
Τρεμει ολοκληρη.
Νιωθω πως πλησιαζει.

Σχεδον εχει ''τελειωσει.''

Νιωθω πως ζει το κυκνιο ασμα της.
Και το ζω κι εγω.
Μεσα της.

Σχεδον εχει ΄΄τελειωσει.΄΄
Κι εγω νιωθω ευτυχισμενος.

''Ειμαι ευτυχισμενος αγαπη μου.
Γιατι εσυ σβηνεις και εγω βρισκομαι μεσα σου.
Γιατι ζω το θανατο σου οσο πιο απολυτα θα μπορουσα ποτε να τον ζησω.
Γιατι καθως θα βγαινει η τελευταια σου πνοη, εμεις οι δυο θα ειμαστε ενα.
Και θα ειναι σαν να σβηνω κι εγω μαζι σου.''

Οι σπασμοι σταματουν ξαφνικα.
Σε μια απειροελαχιστη στιγμη.


''Τελειωσες''.

Βγαζω το μαξιλαρι απο το προσωπο της και τη κοιταζω.
Τα ματια της ανοιχτα.
Ματια κενα.
Ματια νεκρα.
Ματια που φανταζαν πιο ζωντανα κλειστα.

Ποσο ομορφη εισαι.
Ενα μικρο θαυμα.

Βαζω τη παλαμη μου στο στηθος της.
Η καρδιας της δεν χτυπα.
Οχι πια.

''Τελειωσες αγαπη μου.
Τελειωσες.
Εγω ομως οχι.
Εγω ειμαι ακομα μεσα σου.''

Και κατα ενα παραξενο τροπο νιωθω ακομη πιο ερεθισμενος.
Και συνεχιζω.
Συνεχιζω να σου κανω ερωτα.
Αληθεια γινεται να κανεις ερωτα σε ενα σωμα νεκρο;

Εγω ξερω.
Γινεται.

''Γιατι σου κανω ερωτα αγαπη μου αυτη τη στιγμη.
Σου κανω ερωτα και σ αγαπαω.
Να ξερες ποσο πολυ σ αγαπαω.
Πιο πολυ κι απο τον ιδιο μου τον εαυτο.''

Ο ερεθισμος μου εντεινεται.
Νιωθω πως πλησιαζω.
Πλησιαζω.

Τελειωνω μεσα σ εναν οργασμο απιστευτο, εξωπραγματικο.

Σε κοιταζω.
Και εισαι τοσο ομορφη.

Ενα μικρο θαυμα.
Το δικο μου θαυμα.


Σ' ευχαριστω.




Δεν υπάρχουν σχόλια: