1/06/2014

Ανοιγω τα ματια.
Με ξυπνησε ενα απαλο αγγιγμα στο προσωπο.
Το βλεμμα μου εστιαζει στο ταβανι.
Για λιγες στιγμες δεν μπορω να προσδιορισω που βρισκομαι.
Για λιγες στιγμες νιωθω πως βρισκομαι ακομη σε κατασταση υπνου και αυτο το ξενο ταβανι ανηκει σε καποιο ασχημο ονειρο.
Ισως να ειναι κι ετσι.
Αυτο το ταβανι δεν μου αρεσει.
Δεν ειναι η πρωτη εικονα που θα επρεπε κανονικα να βλεπω μολις ανοιγω τα ματια μου.
Γιατι ειναι ενα ταβανι ξενο.

Το χερι που με ξυπνησε συνεχιζει να με χαιδευει γλυκα στους ωμους.
Στρεφω τα ματια μου και την κοιταζω.
Κι αμεσως καταλαβαινω.
Δεν ειναι ενα ασχημο ονειρο.
Ειναι η πραγματικοτητα.
Η πραγματικοτητα που φανταζει πιο φριχτη κι απο τον πιο ασχημο εφιαλτη μου.

<<Ελα Δαφνη μου, σηκω σιγα σιγα. Ηρθε η ωρα του χαπακωματος. Θα περασουν σε λιγακι.>>

Κοιταζω το ρολοι στον απεναντι τοιχο.
7 παρα δεκα.
Κοιταζω το ρολοι και ξαφνικα μου φαινεται οχι απλα περιττη αλλα και τοσο αθλια η υπαρξη του.
Γιατι να υπαρχει αυτη η αθλια υπενθύμιση του χρονου σ' αυτο το σαπιο δωματιο?
Η υπενθύμιση του χρονου που σερνεται.
Που καποιες στιγμες φανταζει πραγματικα ακινητος.
Με περιπαιζει ο χρονος.
Παιζει υπουλα παιχνιδια μαζι μου.
Ενω απο παντα μου ελεγε <<εγω οτι κι αν γινει θα προχωρω>>, μενει στατικος και με κοιταζει ειρωνικα.
Καταραμενε χρονε.
Γιατι να επιβραδυνεις τοσο υπουλα την δυστυχια μου;
Γιατι παντοτε αργεις οταν με πλημμυρίζουν ασχημα συναισθηματα;
Οταν νιωθω πονο και θλιψη και απογνωση κι απελπισια.
Οπως τωρα.
Γιατι;
Γιατι οσες ομορφες στιγμες εζησα στη μικρη ζωη μου τις επιταχυνες, τις περασες επιδεικτικα;
Ενας αγωνας δρομου ολες οι ομορφες στιγμες μου.
Ενας αγωνας ανισος.
Παντα εγω η χαμενη.
Παντα εσυ ο θριαμβευτης.

Τις σκεψεις μου διακοπτουν δυο συνεχομενα ελαφρα χτυπηματα στην πορτα.
Η πορτα ανοιγει και μπαινει η νοσοκομα με το φορητο τραπεζακι.
Γεματο χαπια.
Ατελειωτα χαπια.
Σε διαφορα σχηματα και χρωματα.
Λες και μ αυτη τους την ποικιλομορφια θα εδιναν χρωμα στην αρρωστεια.

<<Καλημερα κοριτσια. Πως ειστε σημερα;>>

<<Μια χαρα κυρια Ελενη.>>
Απαντα η Γιουλη.
Εγω δεν εχω δυναμη να απαντησω.
Ουτε και θεληση.

<<Χαιρομαι. Ελατε να παρετε τα χαπια σας. Εσενα Γιουλη καμια αλλαγη. Δαφνη για σενα αυξησαν το seroxat στη διπλη δοση.>>

Τα λογια της δεν μ αγγιζουν.
Εαν μου το ελεγε εχθες θα την επιανα απο τους ωμους και θα την τρανταζα, θα της φωναζα λες και φταιει αυτη.
Αλλα τωρα ειμαι σε πληρη απαθεια.
Τι κι αν αυξηθηκε η δοση;
Παιρνω ηδη τεσσερα χαπια το πρωι, δυο το μεσημερι και τρεισήμισι το βραδυ.
Τι να με νοιαζει μια αυξηση ακομα;
Βαρεθηκα.
Ας με ποτιζουν χαπια ολη μερα.
Ας με κανουν εγκεφαλικα νεκρη.
Ψυχικα ειμαι ηδη.
Το καταφεραν.

Η νοσοκομα φευγει χαριζοντας μας ενα αληθινο χαμογελο.
Κι αυτο ειναι που με πειραζει.
Αν ηταν ψευτικο θα μπορουσα να νιωσω οργη και θυμο, ισως και πονο.
Ενω τωρα δεν μπορω.
Ηταν απλα ενα ζεστο, αληθινο χαμογελο.

Η Γιουλη ερχεται και καθεται στο κρεβατι μου.

<<Πως εισαι μικρη μου;>>

Την περιεργαζομαι.
Ειναι γυρω στα 35. Εχει πανεμορφο προσωπο με υπεροχα γαλανα ματια και γεματα μαγουλα. Το κορμι της ειναι επισης γεματο αλλα δεν θα της ταιριαζε στα σιγουρα να ειναι αδυνατη.

Οσο κουρασμενη κι αν νιωθω, στη Γιουλη δεν μπορω να μεινω αμιλητη. Μ εχει βοηθησει πολυ ολον αυτο τον καιρο. Η ιδια βρισκεται στην κλινικη εδω και δυο μηνες, ενω εγω κλεινω αυριο τον πρωτο μου μηνα. Εχει διπολικη διαταραχη. Εγω , τυχερη ή ατυχη δεν ξερω, εχω μονο το ενα σκελος.
Συμφωνα με τη διαγνωση ειμαι εδω για ''οξυ καταθλιπτικό επεισοδιο''.

<<Δεν ξερω πως ειμαι. Νιωθω απαθης. Βασικα δεν νιωθω τιποτα.>>

<<Καταλαβαινω. Ξερω ακριβως πως ειναι. Ενα πραγμα μονο να θυμασαι γλυκια μου. Θα περασει. Στο υποσχομαι.>>

Ξερω πως αν αυτη τη στιγμη  δεν ημουν στην ψυχολογικη κατασταση της απολυτης απαθειας, θα μπορουσα να αισθανθω αγαπη γι αυτη την κοπελα.
Τωρα δεν μπορω.

<<Ελα παμε για πρωινο.>>
Με παιρνει απο το χερι και κατευθυνομαστε προς την τραπεζαρια.
Με τις πιζαμες.
Οπως κυκλοφορουν οι περισσοτεροι ασθενεις εδω μεσα.
Εκτος απο αυτους που πλησιαζουν το εξιτηριο και καθε μερα φορανε και διαφορετικα ρουχα.
Επιστρεφουν σιγα σιγα στην πραγματικοτητα.
Επιστρεφουν.

Πηγαινουμε και παιρνουμε απο ενα δισκο και καθομαστε.
Το πρωινο περιλαμβανει ψωμι με βουτηρο και μελι και ενα ποτηρι απο το πιο αηδιαστικο γαλα που εχω δοκιμασει.
Για τους προνομιουχους που εχουν και καλυτερα δωματια, υπαρχει κεικ και δημητριακα.Και καφες.
Εμεις , που δεν ανηκουμε σε αυτους, εαν θελουμε καφε πρεπει να παμε στο μηχανημα του κατω οροφου να αγορασουμε.

Διπλα μου ερχεται και καθεται ο Δημητρης.
Ο Δημητρης πασχει απο σχιζοφρενεια και βρισκεται εδω τα τελευταια εφτα χρονια.
Οι γιατροι επιμενουν οπως μου εχει πει οτι ειναι επικινδυνος εξω. Τοσο για τον εαυτο του οσο και για τους αλλους.
Εγω επιμενω να πιστευω πως φοβαται να ζησει και εχει βολευτει.

<<Καλημερα Δαφνη. Πως εισαι;>>

<<Χαλια εσυ;>>

<<Κι εγω.>>
μου απανταει και γελαει δυνατα.
Δεν μπορω ν' αντισταθω.
Με πιανουν κι εμενα τα γελια με την ωμη ειλικρινια μας.

<<Μην ανησυχεις μικρη. Ολα θα πανε καλα>>
μου λεει και μου δινει ενα πεταχτο φιλι στο μαγουλο.

Ο Δημητρης ειναι απο τους πιο εξυπνους ανθρωπους που εχω γνωρισει.
Κι απο τους πιο ταλαντουχους.
Μου εχει δωσει και διαβασα ενα απο τα βιβλια που εχει γραψει οσο βρισκεται εδω και δεν το πιστευα ποσο χαρισματικος ειναι αυτος ο ανθρωπος.
Ενας ανθρωπος που η κοινωνια και οι αλλοι τον εχουν ξεγραψει.
Που η ζωη τον εχει ξεγραψει.
Κι ομως τοσο υπεροχος ανθρωπος.
Γι αυτο και ποναω οταν μου λεει πως ξερει πως θα περασει ολοκληρη τη ζωη του εδω.
Και πως αυτο ειναι που θελει.
Στ αληθεια ποναω.

Αφου τελειωνουμε το πρωινο, ετοιμαζομαστε για την πρωινη ομαδικη ψυχαναλυση.
Πηγαινουμε στην αιθουσα και καθομαστε στο κυκλικο τραπεζι.
Σε λιγο ερχεται η ψυχολογος μαζι με την κοπελα που κανει την πρακτικη της.
Νιωθω σαν πειραματοζωο.

Η Αρτεμις ξεκιναει ρωτωντας ολους πως νιωθουν σημερα.
Εγω δεν ακουω.
Ειμαι χαμενη στις σκεψεις μου.
Θελω να σηκωθω και να φωναξω.
Να φωναξω και να βγαλω ολο τον πονο απο μεσα μου.
Ολη την οργη.
Ολο το μισος.

Φτανει η σειρα μου.

<<Δαφνη πως εισαι σημερα;>>

<<Γιατι σας νοιαζει;>>

Mε κοιταζει σαστισμενη.


<<Ε λοιπον ειτε σας νοιαζει ειτε οχι νιωθω απαισια. Μισω αυτο το αθλιο μερος. Το φαγητο ειναι αηδιαστικο. Τα δωματια ειναι φριχτα ουδετερα. Οι ψυχαναλυσεις σας ειναι για πεταμα. Δεν ξερετε τιποτα. Δεν ξερετε πως νιωθουμε. Δεν καταλαβαινεται ποσο μας βασανιζετε. Δεν αντεχω αλλο. Βρισκομαι φυλακισμενη. Σε μια φυλακη πολυτελειας. Μισω αυτο το μερος. Μισω εσας. Μισω τα παντα.>>

Η ενταση της φωνης μου εχει ανεβει επικινδυνα.

<<Δεν εχω κατι αλλο να πω. Σας σιχαθηκα.>>

Σηκωνομαι και βγαινω εξω κλεινοντας με δυναμη την πορτα πισω μου.


Πηγαινω στο δωματιο μου.
Πεφτω στο κρεβατι με δυναμη.
Πιεζω το κεφαλι μου στο μαξιλαρι.
Και τοτε συμβαινει αυτο που με τιποτα δεν περιμενα.
Δακρυα.
Ατελειωτα δακρυα.

Εχω να κλαψω μηνες. Απο τοτε που επεσα σε καταθλιψη.
Και τωρα κλαιω.
Ναι επιτελους κλαιω.

Καποια στιγμη στερευουν τα δακρυα μου, τελειωνουν οι λυγμοι μου και αποκοιμιεμαι εξουθενωμενη.


Ξυπναω αποτομα απο μια δυνατη κραυγη.
Απο μια σπαραχτικη κραυγη.

Η Γιουλη μου λεει μηχανικα.
<<Ειναι η Γιωτα. Την δεσανε.>>

Νιωθω ενα σφιξιμο στο λαιμο.

Κοιταζω τη Γιουλη με ενα βλεμμα βαθυας απελπισιας.
Το δικο της βλεμμα μου μοιαζει κενο.
Ερχεται και μ αγκαλιαζει.
Και επειτα ξεσπαει σε ενα κλαμα σιγανο. Μα τοσο δυνατο φανταζει μεσα μου.
Με σφιγγει και κλαιει.

<<Τι συμβαινει Γιουλη μου; Σε μενα μπορεις να μιλησεις το ξερεις.>>

Με κοιταζει μεσα στα ματια.

<<Οταν με φερανε εδω εγω δεν ηξερα πως θα με πηγαινανε σε κλινικη. Οι δικοι μου μου ειχαν προτεινει να παμε εκδρομη ολοι μαζι. Και τελικα με εφεραν εδω. Με κοροιδεψαν.>>
Τα αναφιλητα της πιο εντονα.

<<Οταν καταλαβα ενιωσα θυμο. Απεραντο θυμο. Βρισκομουν σε κατασταση μανιας τοτε. Πηρα ενα βαζο και απειλουσα τον ψυχιατρο που ηρθε να με εξετασει. Αυτος εκανε ενα τηλεφωνο. Και ετσι με πηρανε και με δεσανε στο κρεβατι. Εμεινα ετσι για μια ολοκληρη μερα.>>
Εδω ξεσπαει σε λυγμους και με τραβαει με δυναμη επανω της.

Μας παιρνει ο υπνος στο κρεβατι μου.
Αγκαλιασμενες.

........................................................................................................................................


Ανοιγω τα ματια.
Κοιταζω το ημερολογιο στον απεναντι τοιχο.
Κοιταζω τις μερες που εχω διαγραψει.
Κι αυτες που μενουν.
Σε πεντε μερες παιρνω εξητηριο.
Εχουν  περασει δυο μηνες και δωδεκα μερες.
Κι ομως μου φαινονται ενα τιποτα μπροστα στις πεντε μερες που εχω να διανυσω εδω.

Κοιταζω το αδειο κρεβατι της Γιουλης.
Πηρε εξιτηριο πριν τρεις βδομαδες.

Σηκωνομαι και πηγαινω στο παραθυρο.
Ανοιγω διαπλατα τις κουρτινες.
Ενας εκτιφλωτικος ηλιος.
Πεφτει στον προσωπο μου και με ζεσταινει γλυκα.
Κλεινω τα ματια και ονειρευομαι τη μορφη μου να περιπλανιεται ατελειωτες ωρες κατω απο ενα τετοιο ηλιο.
Χαμογελαω.

Η ζωη ειναι εκει εξω.


Και με περιμενει.






Δεν υπάρχουν σχόλια: