1/28/2014

Την κοιταζω εδω και ωρα...
Εχω κολλησει το βλεμμα μου επανω της.
Στεκεται ακινητη.
Οπως κι εγω.
Και κοιταζομαστε.

Ξαφνικα σπαει τη σιωπη της.

<<Πως σου φαινομαι αποψε;>>

Ξαφνιαζομαι.

<<Τι εννοεις πως μου φαινεσαι;>>

Ανεκφραστη.
Οπως κι εγω.

<<Εννοω σ αρεσω αποψε;>>

To μυαλο μου τρεχει.
Τι την επιασε παλι.
Αυτες οι ανασφαλειες της...
Σαν να αποζηταει διαρκως την αποδοχη μου.

<<Μου αρεσεις.>>

Χαμογελαω.
Το ιδιο κι εκεινη.

<<Πως και σ' αρεσω αποψε; Εσυ συνηθιζεις να με κοιταζεις με δυσαρεσκεια μια ζωη που σε ξερω. Ισως και απεχθεια. Αληθεια γιατι τοση απεχθεια για μενα; Δεν μου ειπες ποτε...>>

Σκεφτομαι. Σκεφτομαι.
Αληθεια γιατι;

<<Σε κοιταζα ετσι γιατι αυτο ενιωθα για σενα. Κι εγω δεν μπορω να κρυφτω σε ψευτικα λογια, σε ψευτικα βλεμματα και χαμογελα. Παντα σου εδειχνα ακριβως οτι ενιωθα για σενα.>>

<<Και τι ηταν αυτο; Σκεψου. Σκεψου. Ολα τα συναισθηματα που εχεις νιωσει ως τωρα για μενα. Σκεψου. Και πες μου. Θελω να ξερω.>>

Την κοιταζω.
Κι ειναι στ' αληθεια ομορφη αποψε.
Δεν ειναι εξωτερικη ομορφια αυτο που βλεπω.
Ειναι μια αλλη ομορφια. Παραξενη.
Πρωτογνωρη.

<<Εχω νιωσει αμετρητα συναισθηματα για σενα. Περισσοτερα απ οσα εχω νιωσει για οποιοδηποτε ανθρωπο. Αμετρητα, αντιφατικα συναισθηματα. Εχω νιωσει θυμο. Πονο. Θλιψη. Συμπαθεια. Εχω νιωσει θαυμασμο. Περηφανια.  Εχω νιωσει ντροπη. Εχω νιωσει λυπηση. Απεχθεια. Αηδια. Εχω νιωσει μισος. >>

Με κοιταζει σιωπηλη.
Οπως κι εγω.
Ακινητη.

<<Κι αποψε..; Ειπες οτι σου αρεσω.>>

Την κοιταζω.
Ειναι πραγματικα τοσο ομορφη.
Εχει αυτη την ανεξηγητη, αυτη την απιστευτη ομορφια που πηγαζει απο μεσα και ζωγραφιζεται σε ολη τη μορφη της.
Ειναι ομορφη.
Αληθινα ομορφη.
Ετσι αφτιαχτη, χωρις μακιγιαζ,με πιασμενα μαλλια, με ρουχα απλα και ατημελητη.
Θυμαμαι την εικονα της σε αλλες στιγμες στο παρελθον.
Η υπερβλικη περιποιηση στο προσωπο της, το εντονο βαψιμμο, τα κοκκινα χειλη, τα προκλητικα ρουχα..Ολα στολιδια μιας ψευτικης ''ομορφιας'' που εκρυβε μια αληθινη ασχημια...

Και τωρα βλεπω για πρωτη φορα ποσο ομορφη ειναι.

Μεσα της.

Και τωρα βλεπω για πρωτη φορα πως δεν χρειαζονται λογια για εμας.
Παντοτε αρκουν τα ματια.

Την κοιταζω.

<<Ειπα ψεμματα.>>

Περιμενει.
Περιμενει.

<<Ειπα ψεμματα. Αποψε δεν μου αρεσεις.>>

Στραβοκαταπινω.
Και μια υποψια οτι κανει το ιδιο.

<<Ψεμματα. Αποψε σ' αγαπαω.>>

Δακρυα στα ματια της.
Και στα δικα μου.

Την πλησιαζω.
Με πλησιαζει.

Τη φιλαω.
Με φιλαει.

Απομακρυνομαι και την κοιταζω.


Κι ειναι στ' αληθεια τοσο ομορφο το κοριτσι που βλεπω.......



Στον καθρεφτη.





1/07/2014

Ριχνω το βλεμμα μου στο προσωπο του.
Τον κοιταζω βαθιά στα ματια.
Και του χαριζω το πιο ομορφο, το πιο αληθινο χαμογελο μου.
Συνεχιζω να χαμογελαω, πλησιαζω τα χειλη μου στο προσωπο του και του ψυθιριζω

<<Θα σε αφησω.>>

Το προσωπο του παραμορφωνεται στο ακουσμα της φωνης μου και παιρνει μια αναμεικτη εκφραση ξαφνιασματος, θλιψης και συγκρατημενου θυμου.
Το χαμογελο μου, που παραμενει σταθερο σαν ζωγραφισμενο στο δερμα μου, σιγουρα εντεινει το απροβλεπτο και το αντιφατικο αυτου που μολις ξεστομισα.
Στρεφει το βλεμμα του στον απεναντι τοιχο.
Δεν κοιταζει κατι συγκεκριμενο.
Το βλεμμα του μοιαζει κενο, χαμενο.
Τα ματια του σαν να μην βλεπουν.
Απλα σαν να μενουν διχως λογο ανοιχτα.
Με κοιταζει ξανα.
Εξεταστικα.
Σαν να προσπαθει να καταλαβει.
Σαν να προσπαθει να βρει το νοημα.
Το νοημα σε αυτο που o ιδιος θεωρει παραλογο, ακατανοητο.

<<Γιατι; Γιατι θα με αφησεις;>>

Το χαμογελο μου ανοιγει περισσοτερο και του απανταω με σιγανη ακομη φωνη

<<Στο ειχα πει.>>

Μια εκφραση αποριας και αγνοιας σχηματιζεται.

<<Τι μου ειχες πει; Δεν καταλαβαινω. >>

<<Σου ειχα πει. Θυμήσου. Ηταν το πρωτο πραγμα που σου ειπα οταν με φιλησες για πρωτη φορα.>>

Σκυβει το κεφαλι του, το τοποθετει στις παλαμες του και τριβει το μετωπο του προσπαθωντας να θυμηθει.
Υστερα τιναζεται και με κοιταζει απελπισμενος.

<<Δεν μπορω να θυμηθω. Δεν μπορω. Εχουν περασει μηνες. Πες μου. Σε παρακαλω πες μου. Μη με βασανιζεις.>>

Το χαμογελο μου ανεπαφο.
Πλησιαζω τα χειλη μου στο αυτι του.

<<Σου ειχα πει οτι εγω ειμαι ελευθερη. Και πως παντοτε θα ειμαι.>>

Στρεφει ξανα το βλεμμα του στον τοιχο. 
Για λιγα λεπτα δεν μιλαει.
Κλεινει τα ματια και μενει ακινητος.
Σαν νεκρος.
Επειτα τα ανοιγει διαπλατα.
Με κοιταζει ξανα.
Απογοητευση, απογωνση στο βλεμμα του.
Η εκφραση ενος ανθρωπου παγιδευμενου.
Ενος ανθρωπου που δεν μπορει να καταλαβει.

Τον βλεπω να προσπαθει να ανακτησει την ψυχραιμια του.
Να προσπαθει να ανασυγκροτησει τη σκεψη του , να βαλει σε ταξη τη λογικη του.
Να τοποθετησει στη σωστη θεση καθε συγκεχυμένη σκεψη του και να οργανωσει το λογο του.

<<Και με μενα δεν νιωθεις ελευθερη;>>

<<Οχι.>>

Στην απαντηση μου νιωθω την απελπισια του να εντεινεται.

<<Γιατι; Γιατι; Tι εκανα; Σε περιορισα ποτε μου; Σε φυλακισα;>>

Φερνω τα δαχτυλα μου στα μαλλια του και τον χαιδευω.

<<Εσυ δεν εκανες τιποτα. Εγω. Εγω εκανα.>>

<<Τι εκανες; Πες μου τι εκανες. Και θα βρουμε διεξοδο.>>

Tον κοιταζω.

<<Δεν υπαρχει διεξοδος. Εφοσον εγινε δεν μπορει ν' αλλαξει οτι κι αν κανουμε εμεις.>>

<<Τι εγινε; Πες μου σε παρακαλω. Με βασανιζεις, το καταλαβαινεις;>>

Μπροστα στην απογνωση που αντικρίζω αυθόρμητα πεφτω στην αγκαλιά του.

<<Θα σου πω. Γι αυτο που εγινε ευθυνομαι μοναχα εγω. Εσυ δεν εχεις καμια απολυτως ευθυνη. Εγω επρεπε να προσεξω τον εαυτο μου. Κι ομως τον αφησα. Τον αφησα να αφεθει.>>

Ξεροκαταπινω και συνεχιζω.

<<Σου ειχα πει τοτε οτι εγω ειμαι ελευθερη. Ημουν παντοτε. Καποτε ημουν και με σενα. Οχι πια. Και ξερεις τι φταιει;>>

Mε κοιταζει ζητωντας την απαντηση.

<<Φταιει οτι δεθηκα μαζι σου. Οτι ξερω πως αν συνεχισουμε θα αρχισω να σ' εχω αναγκη. Να σε χρειαζομαι. Κι αν αυτο συμβει, εγω θα παψω να ειμαι ελευθερη. >>

Στα λογια μου σκυβει ξανα το κεφαλι και το κρυβει αναμεσα στα χερια του.
Μενει ετσι αμιλητος και ακινητος για αρκετη ωρα.
Επειτα σηκωνει το βλεμμα του και με κοιταζει.
Δακρυα τρεχουν στα ματια του.

<< Δεν μπορω να σε καταλαβω αλλα θα δεχτω την αποφαση σου. Εγω θελω να εισαι ευτυχισμενη. Κι αν το να εισαι μαζι μου και να μην νιωθεις ελευθερη σε κανει δυστυχισμενη, τοτε προτιμω να μην σ' εχω.>>

Το χαμογελο μου ανεπαφο.
Μονο που τωρα αλλαζει απειροελαχιστα εκφραση.
Αποκτα μια ελαχιστη δοση ειρωνείας.
Τοσο μικρη που δεν θα ηταν αισθητη και στο πιο εκπαιδευμενο ματι.

<<Φευγω. Σε αφηνω.>>

Σηκωνομαι και κατευθυνομαι προς την πορτα.
Χωρις να κοιταζω πισω μου.

Στο μυαλο μου επαναλαμβανεται μια φραση
'' Κρατησε με. Μην μ' αφησεις να φυγω.''
Μια σταθερη, ατερμονη επαναληψη.

Κρατησε με. Μην μ' αφησεις να φυγω.
Κρατησε με. Μην μ' αφησεις να φυγω.
Κρατησε με. Μην μ' αφησεις να φυγω.
............................

Ανοιγω την πορτα και την κλεινω σιγανα πισω μου.

Βγαινω στο δρομο.
Ο δυνατος ηλιος μου ζεσταινει το προσωπο.

Το χαμογελο μου ανεπαφο.
Σαν ζωγραφισμενο στο προσωπο μου.
Και η ειρωνεία ακομα να κρυβεται μεσα του.
Αλλα τωρα ειναι μια αλλη ειρωνεία . 
Μια ειρωνεια γλυκια, καθησυχταστικη. Λυτρωτικη.


Χαμογελαω γιατι φευγω απο σενα χωρις να εχω ιχνος τυψης που σε αφησα.
Χαμογελαω γιατι δεν εχω ιχνος τυψης επειδη ξερω πως δεν σε αφησα εγω.

Εσυ με αφησες.

Εσυ που δεν ετρεξες πισω μου, που δεν προσπαθησες να με κρατησεις κοντα σου.

Χαμογελαω γιατι αυτο το αντιο που βγηκε απο το δικο μου στομα δεν ηταν δικο μου αντιο.
Ηταν δικο σου.
Το δικο σου αντιο σε μενα.

Χαμογελαω γιατι ειμαι ελευθερη.
Οχι γιατι καταφερα να ξεφυγω απο σενα και απο το δεσιμο μαζι σου που τοσο με τρομαζε.

Ειμαι ελευθερη γιατι καταφερα να ξεφυγω απο σενα που δεν με ηθελες πραγματικα στη ζωη σου.
Απο εσενα που δεν με θελησες ποτε σου αληθινα.

Κι αυτη η θλιβερη αληθεια αρκει.

Για να χαμογελαω.




1/06/2014

Ανοιγω τα ματια.
Με ξυπνησε ενα απαλο αγγιγμα στο προσωπο.
Το βλεμμα μου εστιαζει στο ταβανι.
Για λιγες στιγμες δεν μπορω να προσδιορισω που βρισκομαι.
Για λιγες στιγμες νιωθω πως βρισκομαι ακομη σε κατασταση υπνου και αυτο το ξενο ταβανι ανηκει σε καποιο ασχημο ονειρο.
Ισως να ειναι κι ετσι.
Αυτο το ταβανι δεν μου αρεσει.
Δεν ειναι η πρωτη εικονα που θα επρεπε κανονικα να βλεπω μολις ανοιγω τα ματια μου.
Γιατι ειναι ενα ταβανι ξενο.

Το χερι που με ξυπνησε συνεχιζει να με χαιδευει γλυκα στους ωμους.
Στρεφω τα ματια μου και την κοιταζω.
Κι αμεσως καταλαβαινω.
Δεν ειναι ενα ασχημο ονειρο.
Ειναι η πραγματικοτητα.
Η πραγματικοτητα που φανταζει πιο φριχτη κι απο τον πιο ασχημο εφιαλτη μου.

<<Ελα Δαφνη μου, σηκω σιγα σιγα. Ηρθε η ωρα του χαπακωματος. Θα περασουν σε λιγακι.>>

Κοιταζω το ρολοι στον απεναντι τοιχο.
7 παρα δεκα.
Κοιταζω το ρολοι και ξαφνικα μου φαινεται οχι απλα περιττη αλλα και τοσο αθλια η υπαρξη του.
Γιατι να υπαρχει αυτη η αθλια υπενθύμιση του χρονου σ' αυτο το σαπιο δωματιο?
Η υπενθύμιση του χρονου που σερνεται.
Που καποιες στιγμες φανταζει πραγματικα ακινητος.
Με περιπαιζει ο χρονος.
Παιζει υπουλα παιχνιδια μαζι μου.
Ενω απο παντα μου ελεγε <<εγω οτι κι αν γινει θα προχωρω>>, μενει στατικος και με κοιταζει ειρωνικα.
Καταραμενε χρονε.
Γιατι να επιβραδυνεις τοσο υπουλα την δυστυχια μου;
Γιατι παντοτε αργεις οταν με πλημμυρίζουν ασχημα συναισθηματα;
Οταν νιωθω πονο και θλιψη και απογνωση κι απελπισια.
Οπως τωρα.
Γιατι;
Γιατι οσες ομορφες στιγμες εζησα στη μικρη ζωη μου τις επιταχυνες, τις περασες επιδεικτικα;
Ενας αγωνας δρομου ολες οι ομορφες στιγμες μου.
Ενας αγωνας ανισος.
Παντα εγω η χαμενη.
Παντα εσυ ο θριαμβευτης.

Τις σκεψεις μου διακοπτουν δυο συνεχομενα ελαφρα χτυπηματα στην πορτα.
Η πορτα ανοιγει και μπαινει η νοσοκομα με το φορητο τραπεζακι.
Γεματο χαπια.
Ατελειωτα χαπια.
Σε διαφορα σχηματα και χρωματα.
Λες και μ αυτη τους την ποικιλομορφια θα εδιναν χρωμα στην αρρωστεια.

<<Καλημερα κοριτσια. Πως ειστε σημερα;>>

<<Μια χαρα κυρια Ελενη.>>
Απαντα η Γιουλη.
Εγω δεν εχω δυναμη να απαντησω.
Ουτε και θεληση.

<<Χαιρομαι. Ελατε να παρετε τα χαπια σας. Εσενα Γιουλη καμια αλλαγη. Δαφνη για σενα αυξησαν το seroxat στη διπλη δοση.>>

Τα λογια της δεν μ αγγιζουν.
Εαν μου το ελεγε εχθες θα την επιανα απο τους ωμους και θα την τρανταζα, θα της φωναζα λες και φταιει αυτη.
Αλλα τωρα ειμαι σε πληρη απαθεια.
Τι κι αν αυξηθηκε η δοση;
Παιρνω ηδη τεσσερα χαπια το πρωι, δυο το μεσημερι και τρεισήμισι το βραδυ.
Τι να με νοιαζει μια αυξηση ακομα;
Βαρεθηκα.
Ας με ποτιζουν χαπια ολη μερα.
Ας με κανουν εγκεφαλικα νεκρη.
Ψυχικα ειμαι ηδη.
Το καταφεραν.

Η νοσοκομα φευγει χαριζοντας μας ενα αληθινο χαμογελο.
Κι αυτο ειναι που με πειραζει.
Αν ηταν ψευτικο θα μπορουσα να νιωσω οργη και θυμο, ισως και πονο.
Ενω τωρα δεν μπορω.
Ηταν απλα ενα ζεστο, αληθινο χαμογελο.

Η Γιουλη ερχεται και καθεται στο κρεβατι μου.

<<Πως εισαι μικρη μου;>>

Την περιεργαζομαι.
Ειναι γυρω στα 35. Εχει πανεμορφο προσωπο με υπεροχα γαλανα ματια και γεματα μαγουλα. Το κορμι της ειναι επισης γεματο αλλα δεν θα της ταιριαζε στα σιγουρα να ειναι αδυνατη.

Οσο κουρασμενη κι αν νιωθω, στη Γιουλη δεν μπορω να μεινω αμιλητη. Μ εχει βοηθησει πολυ ολον αυτο τον καιρο. Η ιδια βρισκεται στην κλινικη εδω και δυο μηνες, ενω εγω κλεινω αυριο τον πρωτο μου μηνα. Εχει διπολικη διαταραχη. Εγω , τυχερη ή ατυχη δεν ξερω, εχω μονο το ενα σκελος.
Συμφωνα με τη διαγνωση ειμαι εδω για ''οξυ καταθλιπτικό επεισοδιο''.

<<Δεν ξερω πως ειμαι. Νιωθω απαθης. Βασικα δεν νιωθω τιποτα.>>

<<Καταλαβαινω. Ξερω ακριβως πως ειναι. Ενα πραγμα μονο να θυμασαι γλυκια μου. Θα περασει. Στο υποσχομαι.>>

Ξερω πως αν αυτη τη στιγμη  δεν ημουν στην ψυχολογικη κατασταση της απολυτης απαθειας, θα μπορουσα να αισθανθω αγαπη γι αυτη την κοπελα.
Τωρα δεν μπορω.

<<Ελα παμε για πρωινο.>>
Με παιρνει απο το χερι και κατευθυνομαστε προς την τραπεζαρια.
Με τις πιζαμες.
Οπως κυκλοφορουν οι περισσοτεροι ασθενεις εδω μεσα.
Εκτος απο αυτους που πλησιαζουν το εξιτηριο και καθε μερα φορανε και διαφορετικα ρουχα.
Επιστρεφουν σιγα σιγα στην πραγματικοτητα.
Επιστρεφουν.

Πηγαινουμε και παιρνουμε απο ενα δισκο και καθομαστε.
Το πρωινο περιλαμβανει ψωμι με βουτηρο και μελι και ενα ποτηρι απο το πιο αηδιαστικο γαλα που εχω δοκιμασει.
Για τους προνομιουχους που εχουν και καλυτερα δωματια, υπαρχει κεικ και δημητριακα.Και καφες.
Εμεις , που δεν ανηκουμε σε αυτους, εαν θελουμε καφε πρεπει να παμε στο μηχανημα του κατω οροφου να αγορασουμε.

Διπλα μου ερχεται και καθεται ο Δημητρης.
Ο Δημητρης πασχει απο σχιζοφρενεια και βρισκεται εδω τα τελευταια εφτα χρονια.
Οι γιατροι επιμενουν οπως μου εχει πει οτι ειναι επικινδυνος εξω. Τοσο για τον εαυτο του οσο και για τους αλλους.
Εγω επιμενω να πιστευω πως φοβαται να ζησει και εχει βολευτει.

<<Καλημερα Δαφνη. Πως εισαι;>>

<<Χαλια εσυ;>>

<<Κι εγω.>>
μου απανταει και γελαει δυνατα.
Δεν μπορω ν' αντισταθω.
Με πιανουν κι εμενα τα γελια με την ωμη ειλικρινια μας.

<<Μην ανησυχεις μικρη. Ολα θα πανε καλα>>
μου λεει και μου δινει ενα πεταχτο φιλι στο μαγουλο.

Ο Δημητρης ειναι απο τους πιο εξυπνους ανθρωπους που εχω γνωρισει.
Κι απο τους πιο ταλαντουχους.
Μου εχει δωσει και διαβασα ενα απο τα βιβλια που εχει γραψει οσο βρισκεται εδω και δεν το πιστευα ποσο χαρισματικος ειναι αυτος ο ανθρωπος.
Ενας ανθρωπος που η κοινωνια και οι αλλοι τον εχουν ξεγραψει.
Που η ζωη τον εχει ξεγραψει.
Κι ομως τοσο υπεροχος ανθρωπος.
Γι αυτο και ποναω οταν μου λεει πως ξερει πως θα περασει ολοκληρη τη ζωη του εδω.
Και πως αυτο ειναι που θελει.
Στ αληθεια ποναω.

Αφου τελειωνουμε το πρωινο, ετοιμαζομαστε για την πρωινη ομαδικη ψυχαναλυση.
Πηγαινουμε στην αιθουσα και καθομαστε στο κυκλικο τραπεζι.
Σε λιγο ερχεται η ψυχολογος μαζι με την κοπελα που κανει την πρακτικη της.
Νιωθω σαν πειραματοζωο.

Η Αρτεμις ξεκιναει ρωτωντας ολους πως νιωθουν σημερα.
Εγω δεν ακουω.
Ειμαι χαμενη στις σκεψεις μου.
Θελω να σηκωθω και να φωναξω.
Να φωναξω και να βγαλω ολο τον πονο απο μεσα μου.
Ολη την οργη.
Ολο το μισος.

Φτανει η σειρα μου.

<<Δαφνη πως εισαι σημερα;>>

<<Γιατι σας νοιαζει;>>

Mε κοιταζει σαστισμενη.


<<Ε λοιπον ειτε σας νοιαζει ειτε οχι νιωθω απαισια. Μισω αυτο το αθλιο μερος. Το φαγητο ειναι αηδιαστικο. Τα δωματια ειναι φριχτα ουδετερα. Οι ψυχαναλυσεις σας ειναι για πεταμα. Δεν ξερετε τιποτα. Δεν ξερετε πως νιωθουμε. Δεν καταλαβαινεται ποσο μας βασανιζετε. Δεν αντεχω αλλο. Βρισκομαι φυλακισμενη. Σε μια φυλακη πολυτελειας. Μισω αυτο το μερος. Μισω εσας. Μισω τα παντα.>>

Η ενταση της φωνης μου εχει ανεβει επικινδυνα.

<<Δεν εχω κατι αλλο να πω. Σας σιχαθηκα.>>

Σηκωνομαι και βγαινω εξω κλεινοντας με δυναμη την πορτα πισω μου.


Πηγαινω στο δωματιο μου.
Πεφτω στο κρεβατι με δυναμη.
Πιεζω το κεφαλι μου στο μαξιλαρι.
Και τοτε συμβαινει αυτο που με τιποτα δεν περιμενα.
Δακρυα.
Ατελειωτα δακρυα.

Εχω να κλαψω μηνες. Απο τοτε που επεσα σε καταθλιψη.
Και τωρα κλαιω.
Ναι επιτελους κλαιω.

Καποια στιγμη στερευουν τα δακρυα μου, τελειωνουν οι λυγμοι μου και αποκοιμιεμαι εξουθενωμενη.


Ξυπναω αποτομα απο μια δυνατη κραυγη.
Απο μια σπαραχτικη κραυγη.

Η Γιουλη μου λεει μηχανικα.
<<Ειναι η Γιωτα. Την δεσανε.>>

Νιωθω ενα σφιξιμο στο λαιμο.

Κοιταζω τη Γιουλη με ενα βλεμμα βαθυας απελπισιας.
Το δικο της βλεμμα μου μοιαζει κενο.
Ερχεται και μ αγκαλιαζει.
Και επειτα ξεσπαει σε ενα κλαμα σιγανο. Μα τοσο δυνατο φανταζει μεσα μου.
Με σφιγγει και κλαιει.

<<Τι συμβαινει Γιουλη μου; Σε μενα μπορεις να μιλησεις το ξερεις.>>

Με κοιταζει μεσα στα ματια.

<<Οταν με φερανε εδω εγω δεν ηξερα πως θα με πηγαινανε σε κλινικη. Οι δικοι μου μου ειχαν προτεινει να παμε εκδρομη ολοι μαζι. Και τελικα με εφεραν εδω. Με κοροιδεψαν.>>
Τα αναφιλητα της πιο εντονα.

<<Οταν καταλαβα ενιωσα θυμο. Απεραντο θυμο. Βρισκομουν σε κατασταση μανιας τοτε. Πηρα ενα βαζο και απειλουσα τον ψυχιατρο που ηρθε να με εξετασει. Αυτος εκανε ενα τηλεφωνο. Και ετσι με πηρανε και με δεσανε στο κρεβατι. Εμεινα ετσι για μια ολοκληρη μερα.>>
Εδω ξεσπαει σε λυγμους και με τραβαει με δυναμη επανω της.

Μας παιρνει ο υπνος στο κρεβατι μου.
Αγκαλιασμενες.

........................................................................................................................................


Ανοιγω τα ματια.
Κοιταζω το ημερολογιο στον απεναντι τοιχο.
Κοιταζω τις μερες που εχω διαγραψει.
Κι αυτες που μενουν.
Σε πεντε μερες παιρνω εξητηριο.
Εχουν  περασει δυο μηνες και δωδεκα μερες.
Κι ομως μου φαινονται ενα τιποτα μπροστα στις πεντε μερες που εχω να διανυσω εδω.

Κοιταζω το αδειο κρεβατι της Γιουλης.
Πηρε εξιτηριο πριν τρεις βδομαδες.

Σηκωνομαι και πηγαινω στο παραθυρο.
Ανοιγω διαπλατα τις κουρτινες.
Ενας εκτιφλωτικος ηλιος.
Πεφτει στον προσωπο μου και με ζεσταινει γλυκα.
Κλιενω τα ματια και ονειρευομαι τη μορφη μου να περιπλανιεται ατελειωτες ωρες κατω απο ενα τετοιο ηλιο.
Χαμογελαω.

Η ζωη ειναι εκει εξω.


Και με περιμενει.






1/05/2014

Παιρνω την τελευταια τζουρα απο το τσιγαρο μου.
Το σβηνω.
Το βλεμμα μου εστιαζει στο τασακι που εχει ξεχειλισει απο τις γοπες.
Κι αμεσως πεφτει στα δυο αδεια πακετα και στο τριτο, στο οποιο εχουν απομεινει τρια τσιγαρα.
Τρια πακετα εφυγαν σαν καπνος απο τις 12.
Και ο δεικτης του ρολογιου δεν εχει αγγιξει ακομα την τεταρτη πρωινη ωρα.
Κοιταζω το μισοτελειωμενο μπουκαλι κρασι. Και το αλλο, το αδειο μεχρι τελευταιας σταγονας. Τα τρια αδεια μπουκαλια μπυρας.
Ολα αυτα σε λιγοτερο απο τεσσερις ωρες.

Παραξενο βραδυ αποψε.
Συγκεχυμενες σκεψεις.
Σκεψεις που δεν μπορουν να μετατραπουν σε ολοκληρωμενους συλλογισμους, σε συμπερασματα και σε αποφασεις.
Σκεψεις που εκτροχιαζονται και οδηγουν σε μονοπατια σκοτεινα του μυαλου μου.
Και επικινδυνα.
Ενας ειρμος ακαταληπτος απο διασπαρτες ασυνδετες εικονες και εσωτερικες φωνες και αναδυομενα κομματια του υποσυνειδητου.
Ασυνδετες εικονες.
Κι ομως καπως, καπως πρεπει να συνδεονται.
Τιποτα δεν ειναι τυχαιο.
Τιποτα.
Αυτο το ξερω.
Οσα εχω στο θολωμενο μου μυαλο με καποιο απροσδιοριστο τροπο πρεπει να συνδεονται. Να βγαζουν νοημα.
Κι ομως εγω δεν μπορω να βρω το νοημα.
Ειναι σαν να ψαχνεις να βρεις κατι σε ενα χωρο διχως ορια και μεσα σε πυκνο σκοταδι.
Δεν μπορω.

Μεσα στις ατελειωτες διαδρομες του μυαλου μου υπαρχει ενα μεγεθος σταθερο.
Υπαρχει σε ολες τις διαδρομες, σε καθε γωνια του συνειδητου και του υποσυνειδητου, σε καθε μικρο κομματι του μυαλου μου.
Εκεινη.
Ναι, εκεινη.
Υπαρχει.

Αναβω ακομη ενα τσιγαρο.
Ρουφαω τζουρες σε γρηγορο ρυθμο.
Αχορταγα.
Το σβηνω χωρις να εχω καπνισει ουτε το μισο.
Κοιταζω για μια ακομη φορα τις γοπες στο τασακι, τα αδεια πακετα, τα αδεια μπουκαλια.
Με την ιδια ακριβως σειρα.
Κλεινω τα ματια.
Και πεταγομαι ορθιος.
Ξαφνικα.
Φταιει αυτη η καταραμμενη σκεψη που μολις περασε στο μυαλο μου.
Φταιει αυτη η καταραμμενη σκεψη που το γεμισε, που δεν αφηνει πια περιθωριο για αλλες.
Σαν μια μικρη φραση που επαναλαμβανεις μηχανικα, ακαταπαυστα.
Τοσο που σε γεμιζει ολοκληρο, που σβηνει καθε τι αλλο μεσα σου.
Τοσο που δεν εστιαζεις πια στην ιδια τη φραση αλλη στην επαναληψη της.
Ετσι κι αυτη η σκεψη.
Δεν μπορω να εστιασω στην ιδια τη σκεψη.
Μ εχει κατακλυσει η ενταση της, η επιμονη της να μεινει.
Η δυναμη της να απλωνεται μεσα μου και να με αδειαζει απο καθετι αλλο.
Η δυναμη της να υπαρχει μοναχα αυτη.
Αυτη και εκεινη.
Εκεινη ειναι το αντικειμενο της σκεψης μου.

Περπαταω αργα  προς την πορτα του δωματιου.
Το βλεμμα μου πεφτει επανω στη μορφη μου.
Στον καθρεφτη.
Κοιταζομαι.
Κι ειναι σαν να βλεπω καποιον αλλο.
Δεν ειναι η κουραση στα ματια μου, το κοκκινο στα ματια μου ή το θολωμενο απο τον καπνο και το αλκοολ βλεμμα μου.
Ειναι κατι αλλο.
Κατι απροσδιοριστο.
Κατι μικρο κι ομως τοσο μεγαλο που απλα μια υποψια του βλεπω στο προσωπο μου.
Ειναι η υποψια ενος αχνου , σχεδον ανυπαρκτου χαμογελου.
Ενα χαμογελο παραξενο, πρωτογνωρο.
Δεν εχω ξαναδει τετοιο χαμογελο.
Ουτε στο προσωπο μου ουτε και σε αλλο προσωπο.
Η σχεδον ανυπαρξια του σε συναρτηση με την ενταση του δημιουργουν μια αντιφατικοτητα απιστευτη.
Ειναι ενα χαμογελο που αντιστοιχει πληρως στη σκεψη μου.
Ναι. Ναι.
Η αντιστοιχια τους ειναι πραγματι ανυποφορα απολυτη.
Κι αυτο με τρομαζει.
Με τρομαζει οτι μια τετοια σκεψη θα μπορουσε να ταιριαζει τοσο τελεια με ενα χαμογελο.
Εστω με ενα χαμογελο σαν κι αυτο.
Που μονο καλοσυνη ή ευτυχια δεν εκφραζει.

Βαζω το χερι μου στο χερουλι. Παγωμενο.
Ανοιγω την πορτα σιγα. Οσο πιο σιγα γινεται.

Την βλεπω.
Ενα μικρο θαυμα.
Ενα θαυμα τοσο ομορφο μεσα στο γλυκο του υπνο.
Ειναι σιγουρα γλυκος.
Φαινεται στο προσωπο της. Τοσο ηρεμο, τοσο γαληνιο. Χωρις ιχνος ριτιδας εκφρασης.
Φαινεται στα χερια της. Απαλα ακουμπισμενα στο στηθος της. Σαν αερινα.

Την πλησιαζω.
Αργα.
Ησυχα.
Οσο πιο ησυχα γινεται.
Το αρωμα της με κατακλυζει.
Αυτο το αρωμα.
Θα μπορουσα να το ξεχωρισω μεσα σε εκατομμυρια μυρωδιες.
Δεν ειναι αρωμα τεχνητο.
Ειναι το δικο της αρωμα.
Το αρωμα του κορμιου της.
Των μαλλιων της.
Το αρωμα της.

Νιωθω σαν μαστουρωμενος.
Εκεινη με μαστουρωνει.
Η εικονα της και αυτη η διακριτικη, υπεροχη μυρωδια της.

Την κοιταζω.
Ποσο ομορφη ειναι.
Ποσο ομορφη.
Τα γεματα χειλη της ελαφρως ανοιγμενα της δινουν μια απιστευτη αισθηση.
Το δερμα της.
Λευκο. Λειο.
Τοσο αψεγαδιαστο το προσωπο της.
Οι ωμοι της λεπτοι.
Ο μακρυς λαιμος της.
Τοσο υπεροχος.
Τα δαχτυλα της.
Τα πιο ομορφα δαχτυλα που εχουν δει τα ματια μου.
Και το στηθος της.
Μικρο και αισθησιακο.
Και τα μαλλια της.
Καταληγουν σε υπεροχες σκουρες μπουκλες στο στηθος της.

Μια μπουκλα πεφτει γλυκα στο προσωπο της.
Την αγγιζω και απαλα την κανω στην ακρη.
Εκεινη στο αγγιγμα μου εμφανιζει ενα αχνο χαμογελο.
Δεν την ξυπνησα.
Ακομα κοιμαται.
Κι ομως νιωθει το άγγιγμα μου.
Το αισθανεται μεσα στον υπνο της.
Και χαμογελα.

''Ποσο ομορφη εισαι, αγαπη μου.
Εισαι ενα μικρο θαυμα.''


Την κοιταζω και την αγαπαω.
Οσο δεν αγαπησα ποτε  ανθρωπο.
Οσο δεν αγαπησα ποτε τον εαυτο μου.

''Ναι γλυκια μου.
Εσενα σ αγαπαω πιο πολυ απ οτι τον ιδιο μου τον εαυτο.
Σ αγαπαω τοσο πολυ που δεν αντεχεται.
Στ' αληθεια δεν το αντεχω να σε αγαπαω τοσο παραφορα.''


Την κοιταζω και νιωθω ερεθισμενος.
Την κοιταζω και την θελω.
Τωρα την θελω.
Θελω να ειναι δικη μου.
Τωρα να ειναι δικη μου.


Ξεκουμπωνω το τζιν μου.
Κι επειτα ανασηκωνω απαλα το λεπτο νυχτικο της.

Την κοιταζω.
Κι αμεσως η σκεψη που οση ωρα την περιεργαζομουν ειχε μεινει σε μια γωνια του μυαλου μου, επανερχεται στο προσκηνιο.
Και με κατακλυζει ξανα.
Και αυτη τη στιγμη δεν υπαρχει τιποτ αλλο.
Μονο αυτη η σκεψη.
Δεν υπαρχει εκεινη.
Δεν υπαρχω εγω.
Μονο η σκεψη.
Μονο η σκεψη.
Μοναχα η σκεψη που επιμενει να ξεφυγει απο τον εσωτερικο μου κοσμο και να παρει μορφη στον εξωτερικο κοσμο.
Να εχει σαρκα και οστα.


Παιρνω το μαξιλαρι που βρισκεται διπλα της και το τοποθετω μαλακα επανω στο προσωπο της.
Ειναι ακομα κοιμισμενη, δεν μπορει να νιωσει την ελαφρια αυτη πιεση.
Με το ελευθερο χερι μου παραμεριζω το εσωρουχο της.

Πιεζω με δυναμη το μαξιλαρι στο προσωπο της.
Και μπαινω βιαια μεσα της.

Η κραυγη της χανεται.
Δεν βγαινει απο μεσα της.
Αλλα εχω στο μυαλο μου την αφηρημενη αισθηση της εντασης που θα ειχε αυτη η κραυγη.
Μια κραυγη που θα εβγαζα πληθος συναισθηματων.
Ξαφνιασμα. Πονο.
Απελπισια.
Απογνωση.

Τρανταζεται ολοκληρη.
Κουναει τα χερια της και προσπαθει να με αγγιξει.
Επειτα τα ακουμπαει πανω στο μαξιλαρι και προσπαθει να το τραβηξει.
Της πιανω και τα δυο χερια με το ελευθερο χερι μου και τα σφίγγω πανω στο στηθος της ωστε να μην μπορει να αντισταθει.

Την νιωθω να σπαρταραει.
Να τρεμει.
Ερεθιζομαι.
Νιωθω τους λυγμους της που με τα βιας ακογονται.
Ερεθιζομαι.
Δεν εχω ξανανιωσει τοσο ερεθισμενος στη ζωη μου.

Σε λιγο αρχιζει να τρανταζεται ακομα πιο εντονα.
Εχει σπασμους.
Τρεμει ολοκληρη.
Νιωθω πως πλησιαζει.

Σχεδον εχει ''τελειωσει.''

Νιωθω πως ζει το κυκνιο ασμα της.
Και το ζω κι εγω.
Μεσα της.

Σχεδον εχει ΄΄τελειωσει.΄΄
Κι εγω νιωθω ευτυχισμενος.

''Ειμαι ευτυχισμενος αγαπη μου.
Γιατι εσυ σβηνεις και εγω βρισκομαι μεσα σου.
Γιατι ζω το θανατο σου οσο πιο απολυτα θα μπορουσα ποτε να τον ζησω.
Γιατι καθως θα βγαινει η τελευταια σου πνοη, εμεις οι δυο θα ειμαστε ενα.
Και θα ειναι σαν να σβηνω κι εγω μαζι σου.''

Οι σπασμοι σταματουν ξαφνικα.
Σε μια απειροελαχιστη στιγμη.


''Τελειωσες''.

Βγαζω το μαξιλαρι απο το προσωπο της και τη κοιταζω.
Τα ματια της ανοιχτα.
Ματια κενα.
Ματια νεκρα.
Ματια που φανταζαν πιο ζωντανα κλειστα.

Ποσο ομορφη εισαι.
Ενα μικρο θαυμα.

Βαζω τη παλαμη μου στο στηθος της.
Η καρδιας της δεν χτυπα.
Οχι πια.

''Τελειωσες αγαπη μου.
Τελειωσες.
Εγω ομως οχι.
Εγω ειμαι ακομα μεσα σου.''

Και κατα ενα παραξενο τροπο νιωθω ακομη πιο ερεθισμενος.
Και συνεχιζω.
Συνεχιζω να σου κανω ερωτα.
Αληθεια γινεται να κανεις ερωτα σε ενα σωμα νεκρο;

Εγω ξερω.
Γινεται.

''Γιατι σου κανω ερωτα αγαπη μου αυτη τη στιγμη.
Σου κανω ερωτα και σ αγαπαω.
Να ξερες ποσο πολυ σ αγαπαω.
Πιο πολυ κι απο τον ιδιο μου τον εαυτο.''

Ο ερεθισμος μου εντεινεται.
Νιωθω πως πλησιαζω.
Πλησιαζω.

Τελειωνω μεσα σ εναν οργασμο απιστευτο, εξωπραγματικο.

Σε κοιταζω.
Και εισαι τοσο ομορφη.

Ενα μικρο θαυμα.
Το δικο μου θαυμα.


Σ' ευχαριστω.




1/03/2014


















Nύχτωσε νωρις αποψε.

Κι εχει παράξενο φεγγάρι.
Σαν να θελει να μου κρυφτεί.
Να μην μ αφήσει εστω το δικό του φως να έχω να μ αγγιζει...
Νυχτωσε νωρις.
Κι εχει μια σιωπη αβάσταχτη.
Αποψε.
Με τρομάζει η σιωπη, ξερεις.
Οσο απλωνεται
τοσο μεγαλωνει το κενο.
Το κενο που αφησες.
Μεσα μου.

Με τρομαζει η σιωπη.
Ειναι επικινδυνη.
Η σιωπη μυριζει θανατο.
Κι εγω ποτε μου δεν συμπαθησα τους νεκρους, ξερεις...
Ποτε δεν τους συμπαθησα.
Γιατι οι νεκροι δεν μιλανε πια.
Γιατι δεν μας ρωτησαν που εφυγαν.

Με τρομαζει η σιωπη.
Ειναι που ετσι πιο ευκολα διαστελλεται η μνημη.

Αποψε θυμαμαι.
Τα λογια σου.
Μου ειχες πει 
''O χρονος γιατρευει τα παντα.''
Θυμασαι;

Ειπες ψεμματα.
Ο χρονος με διαλυει μερα τη μερα,
λεπτο το λεπτο.
Ο χρονος μου μοιαζει βασανιστικα ατελειωτος.
Μακρυα σου.
Ο χρονος ειναι παντοτε ατελειωτος 
για μια ζωη 
που δεν θελεις να τη ζησεις.
Κι εγω δεν την θελω τη ζωη μου.
Ακους;
Δεν την θελω.
Εσυ με εκανες να μην θελω αλλο να ζω.
Η απουσια σου.

Μου ειχες πει
''Θα ειναι καλυτερα και για τους δυο''
Θυμασαι;
Αυτη η καταραμένη φραση
θα επρεπε ν' απαγορευεται, ξερεις.
Γιατι ειναι φθηνη και αθλια.
Και προστυχη.
Γιατι ειναι λιγη.

Μου ειχες πει¨
''Θα με ξεχασεις.''
Θυμασαι;
Κι ομως πες μου.
Γιατι;
Γιατι δεν σε ξεχασα;
Γιατι το ξερω πως δεν θα σε ξεχασω ποτε μου;

Η μνημη σου θα με τυρανναει ανελεητα
μεχρι τα ματια μου να σβησω.
Τα ματια σου θα τα βλεπω μπροστα μου
σαν ενα απαισιο, θλιβερο ανεφικτο.
Τα σημαδια σου θα τα κοιταζω καθε πρωι
χαραγμενα στο σωμα μου.
Κι οσα ζησαμε θα τ' αγναντευω απο αποσταση.
Και θα ναι για μενα παντοτε η απεναντι οχθη.
Που ποτέ δεν θα φτανω.
Και θα ναι για μενα παντοτε
μια ολοκληρη ανεκπληρωτη ζωη...


Σε κοιταζα.
Και προσεχα καθε σου λεξη.
Και ηταν πραγματι ολες ψευτικες.
Ψεμματα.
Ατελειωτα, φριχτα ψεμματα.
Καποια στιγμη σε κοιταξα στα ματια.
Ηξερα πως ετσι δεν θα μπορεσεις να μου κρυψεις τιποτα.
Τα ματια μου καρφωμενα στα δικα σου.
Κι ετσι καθως σε κοιταζα, σου ζητησα την αληθεια.
Μου απαντησες.
Αυτο που δεν επρεπε με τιποτα ν ακουσω.
Αυτο που δεν επρεπε με τιποτα να ειναι η αληθεια.

'' Δεν σ' αγαπαω πια.''

Δεν μ' αγαπας πια.
Πες μου πως γινεται;
Πως γινεται;

Πως ειναι δυνατον εχθες να με αγαπουσες
και σημερα οχι;
Τι ειναι η αγαπη;
Εμπορευμα με ημερομηνια ληξης;
Τι ειναι;
Αληθεια ξερεις τι ειναι αγαπη;

Συνεχιζα να σε κοιταζω.
Με το βλεμμα της προσμονης.
Με το βλεμμα που περιμενει μια αληθεια ολοκληρη.

Μου ειπες
''Αγαπαω καποια αλλη.''
Αλλη μια σου αληθεια που μονο ψεμα θα της αξιζε να ειναι.

Αγαπας αλλη..
Πως ειναι δυνατον;
Χθες αγαπουσες εμενα.
Και σημερα μια αλλη.

Και σε ρωταω ξανα.
Τι ειναι η αγαπη;
Δωρο με καρτα αλλαγης απεριοριστου προθεσμιας;
Οποτε θελεις την επιστρεφεις και παιρνεις μια αγαπη ολοκαινουρια;

Τι ειναι αγαπη;
Αληθεια, ξερεις;

Σε κοιταζα και σε μισουσα.
Σε κοιταζα και σε αγαπουσα.
Μια παρανοϊκη συνουσια αγαπης και μισους.
Για εσενα.
Για εσενα που ουτε μ αγαπουσες ουτε μισουσες.
Κι αληθεια στο λεω, θα προτιμουσα να με μισεις.
Το μισος σου θα εδειχνε πως αισθανεσαι για μενα.
Ενω η αδιαφορια σου δεν ειναι καν συναισθημα.
Ειναι ενα τιποτα.
Ενα τιποτα.
Οπως ειμαι κι εγω.
Για εσενα.

Μου ειχες πει
''Θα βρεις καποιον να σου αξιζει.''
Θυμασαι;
Αλλος ενας λογος σου φθηνος.
''Θα βρω καποιον να μου αξιζει...'' 
Μα εγω θελω εσυ να μου αξιζεις.
Μοναχα εσυ.

Γιατι σε θελω.
Κι αποψε σε θελω αφορητα.
Φταιει το φεγγαρι.
Που μ αποφευγει.
Οπως εσυ.
Σου μοιαζει αυτο το φεγγαρι.
Φταιει κι η σιωπη.
Η σιωπη της απουσιας σου.

Αποψε σε θελω.
Σε αναζητω απελπισμενα σε οσα ξεχασες, φευγοντας.
Σε οσα αφησες προκλητικα πισω σου μην τυχει και σε ξεπερασω.
Αν και το ηξερες καλα πως δεν χρειαζονταν ενθυμια σου γυρω μου.
Υπαρχουν ολα μεσα μου.
Το ηξερες.
Κι ομως ηθελες το τελειο εγκλημα.

Αποψε σε αποζηταω.
Με παθος. Με ερωτα.
Με θλιψη. Με απογνωση.
Με θυμο.
Με μισος.

Μου ειχες πει
''Οτι κι αν γινει εγω θα σ' αγαπαω.''
Θυμασαι;

Ειπες ψεμματα.

Δεν μ' αγαπησες.
Ποτέ σου.

Και η σιωπη και το φεγγαρι αποψε
κανουν τουτη την αληθεια αβασταχτη.


''Δεν μ' αγαπησες.''

11/21/2013

ΕΥΤΥΧΙΑ.

Bρέχει...
Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω ευτυχία.
Απλά γιατί βρέχει..

Κι αναρωτιέμαι..

Γιατι οι ανθρωποι παραπονιουνται οτι δεν βρισκουν την ευτυχια;
Oτι τους λειπει απο τη ζωη τους;
Oτι δεν την ενιωσαν ποτέ;

Γιατι φοβούνται πως δεν θα τη νιωσουν ποτε...;


Η ευτυχία είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο μας.

Ακριβώς επειδή κρύβεται στα απλα.

Γιατι οι άνθρωποι να καταναλώνουν τόσο χρόνο στη σκέψη οτι ειναι απιαστη;
Γιατι να σπαταλανε τοση ενεργεια στην αναζητηση της σε πραγματα που ποτε δεν θα τους την προσφερουν;
Γιατι να καταστρεφουν τις μερες τους κοπιαζοντας, προσπαθωντας μανιωδως να την κατακτησουν;

Ματαιος κοπος.

Η ευτυχια είναι μπροστα τους.
Μπροστα στα ματια τους.

Κι εκεινοι τυφλοι.

Την ψαχνουν.
Την λαχταρανε.
Την αποζητουν.
Λυσασμενα.

Την μισουν...
που δεν τους δινεται....

Ψαχνουν , ψαχνουν.
Ψαχνουν.

Και περιμενουν.
Στασιμοι.
Περιμενουν.

Μια ευτυχια περιμενουν που καποτε θα βρεθει στο δρομο τους.
Που καποτε θα τους κανει τη χαρη να τους αγγιξει.
Που καποτε θα τους λυπηθει και θα ανταμειψει τον κοπο τους να την πλησιασουν.

Περιμενουν.


Αδικα περιμενεις.

Η ευτυχια δεν ερχεται σε σενα.


Η ευτυχια σε περιμενει.

Δεν περιμενει να την ψαξεις.

Αλλά επιτελους να την δεις.
Που σε φωναζει, που χορευει αδιακοπα μπορστα στα ματια σου.

Μα εσυ δεν βλεπεις.
Εσυ δεν ακους.

Μοναχα κλαις.
Για την ευτυχια που ερχεται μονο στους αλλους.
Για την ευτυχια που αρνειται να σε αγγιξει.

Για την ευτυχια που σε ξεχασε....


Δεν σε ξεχασε.

Η ευτυχια ειναι παντου.
Μπροστα σου.
Γυρω σου.
Ακριβως διπλα σου.

Η ευτυχια ειναι σε πραγματα μικρα.
Που εσυ τοσο υποτιμας σαν να μην αξιζουν τιποτα.
Σαν να ειναι σκουπιδια τα πετας.

Η ευτυχια ειναι παντου.

Σε μια γλυκια κουβεντα.
Σε μια σφιχτη αγκαλια.
Σ ενα φιλι ολο παθος.

Σε λέξεις απλές
''ευχαριστώ''
''συγνωμη''
''σε θελω''
''σ' εχω αναγκη''

Η ευτυχια ειναι εικονες.

Ειναι μια θαλασσα ατελείωτη.
Ενα κόκκινο ηλιβασιλεμμα.
Ενας σκοτεινος ουρανος.
Ενας πρωινος ηλιος.
Μια μερα γεματη γκριζα συννεφα.

Ειναι το ηλικιωμενο ζευγαρι που περπατα χερι χερι.
Ειναι ο φιλος που κλαιει στην αγκαλια σου.
Ειναι η μητερα που σε κοιταζει απ το μπαλκονι.
Ειναι ο εραστης που σε ποναει γλυκα.

Ενα χαμογελο αληθινο.
Ενα δακρυ απεραντης χαρας.
Κι ενα δακρυ απεραντης θλιψης.

Η ευτυχια ειναι χρωματα.

Κοκκινο.
Λευκο.
Μαυρο.

Η ευτυχια ειναι μουσικη.

Ενα τραγουδι αγαπημενο.
Μια γλυκια μελωδια.
Και μια παραφωνια τοσο ομορφη.
Ενα γελιο ατελειωτο.

Το τραγουδι των τζιτζικιων.
Η αγρια φωνη της θαλασσας πανω στα βραχια.
Ο ηχος του ανεμου.

Η ευτυχια ειναι αισθησεις.

Ειναι το αγγιγμα.
Η γευση του φιλιου.
Η μυρωδια του έρωτα.
Ο ηχος μιας φωνης αγαπημενης.

Η φωνη σου.

Τα παντα ειναι ευτυχια.

Η ζωη.
Η υπαρξη.
Ο ανθρωπος.


Η ευτυχια βρισκεται απεναντι σου.

Περιμενει.


Και ηρθε ο καιρος να την δεις.






11/19/2013

Άρνηση.


H άρνηση είναι το πιο εύκολο όπλο του ανθρώπου.
Και το πιο καταστροφικό.

Εύκολο, γιατί με αυτό μπορεί να πλάσει χιλιάδες δικαιολογίες για οτιδήποτε κάνει, να δημιουργήσει άπειρες αιτίες για όσα του συμβαίνουν.
Και καταστροφικό γιατί τον κρατάει στη στασιμότητα.
Ή ακόμα χειρότερα τον πηγαίνει πίσω.

Ο άνθρωπος έχει την τάση να κρύβεται στην άρνηση.
Να αρνείται τα λάθη του. 
Να αρνείται ότι τον διαλύει, ότι τον κάνει χειρότερο, ότι βασανίζει τον ίδιο και τους γύρω του.

Η άρνηση είναι ο καλύτερος σύμμαχος.
Κι ο μεγαλύτερος εχθρός του.

Η άρνηση τροφοδοτείται πολλές φορές από τη πίστη σου πως δεν θα συμβεί κάτι κακό.
Καπνίζεις ασύστολα, γιατί πιστεύεις ότι τελικά δεν θα σε καταστρέψει.
Πίνεις ανεξέλεγκτα γιατί μέχρι τώρα δεν σου έτυχε να την πατήσεις άσχημα και να σε εκμεταλλευτούν.
Φέρεσαι άσχημα στους δικούς σου γιατί ποντάρεις στο ότι θα σε ανέχονται για πάντα.

Έχεις πάντα τις ίδιες σκέψεις: ''Έλα μωρέ, αφού δεν μου έτυχε μέχρι τώρα'' ή ''Και να γίνει, έχει ξανασυμβεί.'' ή ακόμα χειρότερα ''Τώρα έγινε το κακό. Η ζωή μου καταστράφηκε. Δεν μπορώ ν' αλλάξω.''

Δηλαδή τι μου λες? Τι περιμένεις?
Να αρρωστήσεις, να πάθεις καρκίνο του πνεύμονα,να διώξεις τους γύρω σου με τη συμπεριφορά σου, να σε βιάσουν ή να βρεθείς στο νοσοκομείο?


Πρέπει κάποια στιγμή να δεχτείς την αλήθεια.

Η άρνηση σου εμποδίζει την εξέλιξή σου.
Δεν σε αφήνει να γίνεις καλύτερος.

Εξάλλου, το πρώτο και το πιο σημαντικό βήμα για να λύσεις ένα πρόβλημα είναι να το αποδεχτείς.
Το πρώτο βήμα για να αλλάξεις είναι να δεχτείς τις αδυναμίες, τα ελαττώματα σου.
Το πρώτο βήμα για να γίνεις καλύτερος άνθρωπος είναι να δεχτείς τα λάθη και τα πάθη σου.

Αρκεί όμως αυτή η αποδοχή?

Όχι δεν αρκεί.


Μια φίλη μου είπε πρόσφατα τα λόγια του παππού της, που πραγματικά με άφησαν άφωνη με το πόση αλήθεια μπορεί να κρύβεται σε μια τόσο απλή φράση.
Της είπε:

'' Εφόσον είσαι πιο έξυπνη από τους άλλους ανθρώπους και ξέρεις τα ελαττώματά σου γιατί δεν χρησιμοποιείς το μυαλό σου για να τα αλλάξεις?''

Κι έχει απόλυτο δίκιο.
Εφόσον είσαι από τους τυχερούς ανθρώπους που ξέρουν τις αδυναμίες τους, οφείλεις να προσπαθήσεις να τις καταπολεμήσεις.

Έχεις ένα δώρο.
Την αυτογνωσία.
Κι εσύ το πετάς αυτό το δώρο, το αφήνεις σε μια γωνία σαν να είναι σκουπίδι.
Ενώ είναι πραγματικό χρυσάφι, ενώ είναι από τα πιο πολύτιμα πράγματα στον κόσμο μας.
Κι εσύ το έχεις.

Κι εσύ το αρνείσαι.

Εσύ έχεις τη γνώση.
Αρκεί?

Οχι. Δεν αρκεί.

Έχεις χρέος αυτη τη γνωση να την χρησιμοποιήσεις.
Αλλιως παει χαμενη και βρισκεσαι σε χειροτερη μοιρα κι απ αυτους που ζουν σε πληρη αγνοια του εαυτου τους. 
Γιατι αυτοι δεν ξερουν. 
Εσύ ξερεις και επιλέγεις τη στασιμοτητα.

Είναι αδικία.
Είναι δειλία.

Είναι κρίμα...

Οφείλεις να εκμεταλλευτείς τη γνώση σου.
Στον εαυτό σου το χρωστάς.

Ξέρω πόσο ψυχοφθόρο ήταν να ανακαλύψεις το άσχημο κομμάτι του εαυτού σου και να το δεχτείς.
Και τώρα που το κατάφερες, αφήνεις την πορεία στη μέση.
Αποκοιμιέσαι στη μέση του δρόμου.
Κουράστηκες τόσο.
Και μένει τόση λίγη προσπάθεια ακόμα.
Κι εσύ σταματάς.
Επαναπαύεσαι.
Εφησυχάζεις.
Αρνείσαι.

Αξίζει?

Οχι. Δεν αξιζει.

Να αγωνίζεσαι κάθε σου μέρα.
Κάθε σου ώρα.
Κάθε στιγμή.


Να γίνεσαι ο άνθρωπος που θέλεις να είσαι.


Αποδέξου.

Προσπάθησε.


Άλλαξε.